ΞΗΜΕΡΩΝΕ Η 24Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ . ΣΕ ΕΝΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΣΜΕΝΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΡΑΚ. ΕΝΑΣ ΚΡΟΤΟΣ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΔΙΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΗ ΝΩΧΕΛΙΚΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ. ΚΑΠΟΙΟΣ ,ΚΑΠΟΥ ΕΚΕΙ ΕΒΓΑΛΕ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ. Ο ΣΑΓΙΝΤ ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ .ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΖΩΗ ΧΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΜΕΡΕΣ ΤΩΡΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΠΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΑΝ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΔΙΑΚΑΤΕΙΧΕ ΟΤΑΝ ΣΚΕΦΤΟΤΑΝ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ. ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΕΙΧΑΝ ΚΑΝΕΙ ΑΠΟΒΑΣΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. ΕΤΡΕΜΕ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟ ΚΑΛΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΕΝΟΙ ΗΤΑΝ .ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΑΡΑΓΕ Η ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΤΟΥΣ ΙΡΑΚΙΝΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ? ΑΞΑΦΝΑ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΤΟΝ ΓΥΡΙΣΑΝ ΠΙΣΩ, ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ,ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ. ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ. ΠΟΣΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΠΟΣΗ ΧΑΡΑ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ..ΚΑΙ ,ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΛΕΙΨΕΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ,ΤΟ ΣΙΓΑΝΟ ,ΤΟ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΚΑΡΛΕΤ-ΘΕΕ ΜΟΥ ΠΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ ΗΤΑΝ! Κ ΠΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ.ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΤΟΝ ΓΥΡΙΣΕ ΑΠΟΤΟΜΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΛΟΥΣΕ ΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ .ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΝΗΣΥΧΟΣ…………………………………………………… (Ο ΣΑΓΙΝΤ ΒΡΙΣΚΕΙ ΕΝΑΝ ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ Κ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΧΕΙ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΗΘΕΙΕΣ. ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΣΥΝΑΝΤΑ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΥ ΤΟΝ ΔΙΑΤΑΖΟΥΝ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΤΟΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ .ΕΚΕΙΝΟΣ ΑΡΝΗΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΓΩΝΕΤΑΙ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ)
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Το ρολόι στον τοίχο του εργαστηρίου του δόκτορα Χρονίδη στη Λάρισα χτύπησε έντεκα φορές. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και ο ίδιος για άλλη μια χρονιά τέτοιες μέρες ήταν κλεισμένος στους τέσσερις γκρίζους τοίχους του “χώρου εφευρέσεων”, όπως ο ίδιος αποκαλούσε το εργαστήριό του. Χρόνια τώρα εργαζόταν μετά μανίας για να τελειοποιήσει τη χρονομηχανή του, η οποία πίστευε πως θα τον κάνει διάσημο. Για τα λεφτά δε νοιαζόταν, μόνο για τη φήμη. Ήθελε απλώς να μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που κατασκεύασε την πρώτη χρονομηχανή. Η σκέψη του πέταξε για λίγο και αναλογίστηκε πόσα χρόνια είχε περάσει μέσα σ’ αυτόν τον ακατάστατο και μουντό χώρο. Πολλά. Μπορεί και τριάντα. Τριάντα χρόνια τώρα το μόνο που έκανε ήταν πειράματα και υπολογισμούς -γι’ αυτό και δεν έκανε ποτέ οικογένεια. Το χειρότερο όμως ήταν ότι στα τόσα χρόνια είχε καταφέρει να εφεύρει μόνο ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου με υαλοκαθαριστήρες και ένα μηχάνημα που από τη μία πλευρά ήταν σφουγγαρίστρα και από την άλλη σκούπα, που το είχε ονομάσει “σκουπαρίστρα”. Κατά τα άλλα τίποτα. Τώρα όμως ήταν κοντά στο να τελειοποιήσει τη χρονομηχανή του. Αυτά θα σκεφτόταν; Έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε τα μάτια του. Είχε κουραστεί πολύ Σηκώθηκε από την καρέκλα του και έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο. Πλησίασε στο παράθυρο και παραμέρισε με το χέρι του την κουρτίνα. Είδε απέναντι στο δρόμο μια παρέα παιδιών να παίζει χιονοπόλεμο. Είχε χιονίσει μία εβδομάδα πριν αλλά μόλις τώρα το πρόσεξε. Δεν είχε άλλωστε χρόνο να ασχοληθεί με τα καιρικά φαινόμενα. Είχε σοβαρότερα πράγματα να κάνει. Χωρίς καν να το καταλάβει η ώρα είχε πάει δώδεκα παρά τέταρτο. Τρία ολόκληρα τέταρτα χάζευε τα παιδιά που έπαιζαν με το χιόνι. “Πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου”, μουρμούρισε. Κάθισε πάλι στην καρέκλα και έπιασε στο χέρι του ένα κατσαβίδι από την εργαλειοθήκη του. Μόνο μία βίδα του έμενε να βιδώσει στη χρονομηχανή του για να τελειοποιηθεί. Όταν το έκανε ένοιωσε μια απερίγραπτη χαρά και ταυτόχρονα μια αμέτρητη συγκίνηση για το επίτευγμά του. Τώρα το μόνο που του έμενε να κάνει ήταν να φωνάξει δυνατά το όνομα κάποιου ιστορικού προσώπου και αυτό, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του τουλάχιστον, θα εμφανιζόταν μπροστά του ολοζώντανο, από όποια εποχή κι αν προερχόταν. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος που δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιον θα καλούσε από το παρελθόν. Θα μπορούσε να καλέσει το Μέγα Αλέξανδρο, για να τον ρωτήσει πώς κατάφερε να κατακτήσει όλο τον κόσμο ή ίσως τον Χριστό για να δει από κοντά πώς είναι και να τον προσκυνήσει. Ή τον Ναπολέοντα, ή ακόμη τον Αϊνστάιν ή τον Ιούλιο Καίσαρα ή τον Περικλή. Ή μήπως τον Μαχάτμα Γκάντι; Ήταν σε πραγματικό δίλημμα. Σκέφτηκε όμως ότι θα μπορούσε να αποφασίσει αύριο ποιον θα καλούσε. Αφού η χρονομηχανή του ήταν έτοιμη τίποτε άλλο δεν τον απασχολούσε. Χασμουρήθηκε έντονα δυο-τρεις φορές. Δεν πήγε, όμως στο σπίτι του για να κοιμηθεί. Σιγά που θα άφηνε μόνη τη χρονομηχανή του! Κι αν του την έκλεβε κανείς; Έτσι, ξάπλωσε σε ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι που υπήρχε στο εργαστήριό του. Είχε ήδη ξημερώσει Χριστούγεννα, η ώρα ήταν δώδεκα και είκοσι Λίγα λεπτά αργότερα ,και ενώ δεν τον είχε πάρει ακόμη ο ύπνος, ο δόκτωρ Χρονίδης άκουσε μια δυνατή γυναικεία φωνή να φωνάζει: “Αχιλλέα!”, “Αχιλλέα, δεν ακούς; Είναι αργά, φτάνει ο χιονοπόλεμος, έλα μέσα.”. Το γεγονός ότι μια μητέρα φώναζε το γιο της να επιστρέψει στο σπίτι δεν παραξένεψε τον δόκτορα. Εκείνο όμως που τον παραξένεψε ήταν κάποιες μικρές χρυσές φλόγες που έβγαιναν από τη χρονομηχανή του. Γρήγορα, άναψε μια μικρή επιτραπέζια λάμπα που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και πετάχτηκε από αυτό τόσο απότομα, που το έκανε να σπάσει. Ήταν όμως τόσο μεγάλος ο φόβος του ότι η χρονομηχανή του είχε πιάσει φωτιά, που δεν τον ένοιαζε για το κρεβάτι. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η χρονομηχανή του, για την οποία είχε τόσα χρόνια κουραστεί. Πλησίασε τη χρονομηχανή, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, και προσπάθησε να καταλάβει τι συνέβαινε. Όμως, όσο πλησίαζε, τόσο πιο έντονο και εκτυφλωτικό γινόταν το φως που έβγαινε από τη μηχανή του. Κάλυψε τα μάτια του με τα χέρια του και, στην προσπάθειά του να αποφύγει το φως, προχωρούσε πισωπατώντας ώσπου έφτασε στην άλλη άκρη του δωματίου Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το φως σταμάτησε να βγαίνει από την εφεύρεση του δόκτορα κι έτσι εκείνος κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του Ήταν, όμως, τόσο έντονες οι λάμψεις που είχε αντικρύσει, που δε μπορούσε να δει τίποτε γύρω του. Έτριψε τα μάτια του για λίγο κι όταν τα άνοιξε είδε τη χρονομηχανή του ανέγγιχτη πάνω στο τραπέζι και μπροστά της μια σκοτεινή φιγούρα περιτριγυρισμένη από καπνούς. Έκανε μερικά δειλά βήματα προς την άγνωστη μορφή που στεκόταν στο κέντρο του εργαστηρίου του και μετά κοντοστάθηκε. Κι αν ήταν κάποιος ληστής που ήθελε να κλέψει την εφεύρεσή του; Με τη σκέψη αυτή και μόνο ο δόκτωρ Χρονίδης τρόμαζε. Ήταν διατεθειμένος σε κάθε περίπτωση να διαφυλάξει αυτό που τόσα χρόνια πάσχιζε να τελειοποιήσει. Άρπαξε ένα σφυρί από την εργαλειοθήκη του και πλησίασε αποφασιστικά τον άγνωστο εισβολέα. Όταν όμως τον παρατήρησε από πάνω ως κάτω δεν κρατήθηκε και ξέσπασε σε έντονα γέλια. Ο άγνωστος που στεκόταν απέναντί του φαινόταν χαμένος. Φορούσε μια ασημένια πανοπλία και είχε μακριά ξανθά μαλλιά. Έδειχνε να έχει ξεπεταχτεί από κάποια αφήγηση του Ομήρου. Ο δόκτωρ Χρονίδης σάστισε. Πέρασε από το μυαλό του η σκέψη ότι μπορεί ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του να είχε βγει από τη χρονομηχανή του. “Αποκλείεται”, μονολόγησε. Όταν, όμως, το ξανασκέφτηκε, συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχαν συμβεί λίγα λεπτά πριν, οδηγούσαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. “Ποιος είσαι;”, ρώτησε τον περίεργο στρατιώτη. Εκείνος αγνόησε την ερώτηση. Κοίταξε τον δόκτορα στα μάτια και ρώτησε: “Τι είναι εδώ;”. “Εδώ είναι το εργαστήριό μου, νεαρέ. Εσύ ποιος είσαι;” είπε ο επιστήμονας. “Εγώ είμαι ο Αχιλλέας, γιος της Θέτιδας.”. Ο δόκτωρ Χρονίδης πάγωσε. “Μα, ακόμη κι αν λειτουργεί η μηχανή μου πώς μιλάς νέα ελληνικά;”, απόρησε. Όμως, αμέσως θυμήθηκε ότι είχε προσθέσει αυτή τη λειτουργία στην εφεύρεσή του όταν ξεκίνησε να την κατασκευάζει. Η ευτυχία του ήταν τώρα ακόμη μεγαλύτερη. Η χρονομηχανή του δούλευε σε πλήρη εντέλεια, εκτελώντας όλες τις λειτουργίες που την είχε προγραμματίσει να κάνει. Αυτό που έφερε τον Αχιλλέα από την αρχαιότητα στον εικοστό πρώτο αιώνα ήταν η μητέρα που φώναζε το γιο της, του οποίου το όνομα ήταν επίσης Αχιλλέας. Κι επειδή η ένταση της φωνής της ήταν τόσο δυνατή, η χρονομηχανή το δέχτηκε ως παραγγελία για μεταφορά μέσα από το χρόνο. “Λοιπόν, Αχιλλέα, νομίζω ότι πρέπει να σε ξεναγήσω στην πόλη μου. Και είσαι πολύ τυχερός, γιατί τυχαίνει να βρίσκεσαι εδώ σε μια πολύ ξεχωριστή περίοδο. Είναι Χριστούγεννα!” είπε ο δόκτωρ Χρονίδης χαμογελώντας. “Τι είναι Χιρστούγεννα;΅ ρώτησε γεμάτος απορία ο Αχιλλέας. “Χριστούγεννα τα λένε, όχι Χιρστούγεννα. Θα σου εξηγήσω στο δρόμο, αφού όμως σου εξηγήσω πρώτα πως έφτασες εδώ“. Λίγα λεπτά αργότερα, κι ενώ περπατούσαν στη κεντρική πλατεία της Λάρισας, ο δόκτωρ Χρονίδης είχε εξηγήσει στον Αχιλλέα τα πάντα για την εφεύρεσή του και μισή ώρα αργότερα ο ομηρικός ήρωας είχε κατανοήσει ακόμη και τι είναι Χριστούγεννα. “Λοιπόν, Αχιλλέα, υπάρχει κάτι που δεν κατάλαβες;” ρώτησε ο δόκτωρ. “Για να πω την αλήθεια ναι. Τα κατάλαβα όλα, αλλά γιατί έχετε αναμμένα τόσα κεριά;”. Ο δόκτωρ Χρονίδης γέλασε. “Δεν είναι κεριά, είναι φώτα. Λειτουργούν με ηλεκτρισμό”-Τι είναι ηλεκτρισμός;-Αυτό είναι κάτι που θα χρειαστεί πολλές μέρες για να το καταλάβεις, γιατί εκτός από τον ηλεκτρισμό φαντάζομαι θα θέλεις να με ρωτήσεις και για πολλά άλλα πράγματα που σου φάνηκαν περίεργα και διαφορετικά από τη δική σου εποχή. Αυτά, για παράδειγμα, που τρέχουν στους δρόμους λέγονται αυτοκίνητα και είναι μια εξέλιξη των κάρων με τα άλογα. Δε θέλω όμως να σου εξηγήσω τα σημερινά επιτεύγματα, αλλά να καταλάβεις τι είναι Χριστούγεννα.-Κατάλαβα τι είναι. Και γιατί γιορτάζετε τα γενέθλια του Χριστού και όχι του Δία, για παράδειγμα;-Όπως σου εξήγησα ήδη έχουν μεσολαβήσει πολλές χιλιάδες χρόνια και οι καταστάσεις έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι έχουν άλλες αντιλήψεις και άλλο τρόπο ζωής. Είμαι σίγουρος ότι παρατήρησες ότι όλοι φοράνε διαφορετικά ρούχα από εσένα.-Ναι, τα ρούχα τους είναι πολύ χοντρά. Γιατί;-Γιατί κάνει κρύο. Και απορώ πώς εσύ δεν έχεις κρυώσει ακόμη.-Εγώ έχω συνηθίσει σε πολύ περισσότερο κρύο από αυτό. Και γιατί δεν έχετε χιόνι;-Το κλίμα έχει αλλάξει, όπως και σχεδόν όλα τα άλλα. Η γλώσσα, το ντύσιμο, τα σπίτια, τα έθιμα, οι θεοί. Δε λατρεύουμε πια τους Δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Και αυτό θα μου επιτρέψεις να μην σου το εξηγήσω. Με την κουβέντα οι δύο άνδρες ούτε κατάλαβαν πότε έφτασαν στην πλατεία Ταχυδρομείου, η οποία ήταν ακόμη πιο φωταγωγημένη από την Κεντρική. Ο Αχιλλέας φαινόταν ξέγνοιαστος και χαρούμενος για το απρόσμενο ταξίδι που του έτυχε. Το μόνο που τον πείραζε λιγάκι ήταν ότι όλοι τον κοιτούσαν περίεργα, αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ. Ο δόκτωρ, όμως, έδειχνε να τον απασχολεί κάτι. Ο Αχιλλέας το κατάλαβε και δε δίστασε να ρωτήσει: -Τι σκέφτεσαι; -Δεν έχω προβλέψει πώς θα επιστρέψεις πίσω στην εποχή σου!-Δε με ενδιαφέρει και πολύ, μια χαρά περνάω κι εδώ, απάντησε ο Αχιλλέας.-Σε ευχαριστώ για την ευγένειά σου, αλλά σε μπορώ να το επιτρέψω. Πρέπει να επιστρέψεις στα χρόνια σου. Δεν ξέρω όμως πώς. Πάμε γρήγορα πίσω στο εργαστήριό μου για να δούμε μήπως τα καταφέρω. Ο δόκτωρ Χρονίδης και ο Αχιλλέας ξεκίνησαν για το εργαστήριο του πρώτου, που δεν ήταν πολύ μακριά. Μόλις έφτασαν ο δόκτωρ ρώτησε τον Αχιλλέα:-Θέλω να σε ρωτήσω κι εγώ κάποια πράγματα. Αλλά τώρα προέχει να βρούμε έναν τρόπο επιστροφής σου. Λίγα λεπτά αργότερα ήταν μέσα στο σκοτεινό εργαστήριο. -Άναψε ένα κερί, είπε ο Αχιλλέας. Ή μάλλον άναψε μια … -Λάμπα, Αχιλλέα, λάμπα. Τώρα περίμενε να βρω τον διακόπτη.Ο Αχιλλέας έψαχνε κι αυτός να βρει τον διακόπτη, χωρίς βέβαια να ξέρει τι είναι. Στην προσπάθειά του να τον βρει, χτύπησε τη φτέρνα του στη γωνία του γραφείου του εργαστηρίου κι έβγαλε μια δυνατή κραυγή. -Τι έγινε; ρώτησε ο δόκτωρ Χρονίδης και πάτησε τον διακόπτη που μόλις εντόπισε στον τοίχο. Είδε τον Αχιλλέα να είναι πεσμένος στο πάτωμα και να κρατάει το πόδι του. Δεν πρόλαβε να καταλάβει τι είχε γίνει. Καπνοί άρχισαν να περιβάλλουν τον Αχιλλέα και σε λίγο έβγαιναν χρυσές φλόγες. Οι ίδιες φλόγες που έβγαιναν από τη χρονομηχανή του όταν εμφανίστηκε ο Αχιλλέας. Έκλεισε τα μάτια του για να προφυλαχτεί από το φως που γινόταν όλο και πιο δυνατό και μόλις τα άνοιξε ο ήρωας είχε πια εξαφανιστεί. “Φαίνεται πως το ‘χει η μοίρα του να φεύγει πάντα με αυτόν τον τρόπο”, μονολόγησε ο δόκτωρ Χρονίδης και γέλασε. Κοίταξε την εφεύρεσή του που βρισκόταν ακόμη πάνω στο γραφείο του. Πλησίασε, την πήρε στα χέρια του και την έβαλε στην αποθήκη του εργαστηρίου του. Κλείδωσε την αποθήκη και σκέφτηκε πως δεν ήθελε πια να πάρει τον τίτλο “ο κατασκευαστής της πρώτης χρονομηχανής “. Η εμπειρία του ήταν αρκετά τρομακτική για να την ξαναζήσει. Τρομακτική με την καλή έννοια βέβαια. Γιατί η συνάντησή του με τον Αχιλλέα του είχε προσφέρει πολλά. Και πιο πολύ την ανθρώπινη επικοινωνία, την οποία είχε αγνοήσει και παραμελήσει τόσα χρόνια κλεισμένος στο εργαστήριό του. Έκλεισε το φως, κλείδωσε τον “χώρο εφευρέσεων“ και κίνησε για τον “χώρο ανθρωπιάς “, το σπίτι του. Μόλις έφτασε, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βρει τον τηλεφωνικό του κατάλογο και να τηλεφωνήσει σε όσους υπήρχαν σ’ αυτόν για να τους ευχηθεί Καλά Χριστούγεννα-κάτι που δεν είχε κάνει για χρόνια. Γιατί συνειδητοποίησε ότι το σημαντικότερο αγαθό στον κόσμο είναι η επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας και όχι η δόξα, το χρήμα ή η επαγγελματική επιτυχία. Και ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του ο κύριος Χρονίδης μετάνιωσε που δεν έκανε οικογένεια…
Οι συνειρμοί κάθε μέρας. Καινούργια ιδέα.
Οι ήχοι του ακορντεόν με ξάφνιασαν παρήγορα.Ποιος είναι αυτός που μέσα στην αποχαύνωση του κυριακάτικου πρωινού, του πρωινού που άπαντες κοιμούνται με τη γεύση του χθεσινού αλκοόλ και τον ήχο του τσιφτετελοξενυχτάδικου, έχει την ευαισθησία να κυκλοφορήσει στον αφιλόξενο δρόμο της πόλης και να παίξει στο ακορντεόν του κάποια παλιά , ευαίσθητα ακούσματα; Να φέρει παλιές εικόνες από τα μπουλούκια του δρόμου που τραγουδούσαν κι έπαιζαν κι οι νοικοκυρές έβγαιναν στα μπαλκόνια και ρέμβαζαν και σκεφτόντουσαν σκηνές και ιστορίες αγάπης;. Και το φαγητό της Κυριακής να βράζει στο τσουκάλι, κι οι μυρωδιές να πλημμυρίζουν τη γειτονιά και τα παιδιά να παίζουν και να φωνάζουν στους δρόμους και η κοπελιά να βγαίνει στο παράθυρο, γιατί γι’ αυτή έπαιζε το ακορντεόν.
Βγήκα στο μπαλκόνι κι έρριξα “τον οβολό μου” όχι γιατί τον είχε ανάγκη ο διαβάτης του πρωινού , αλλά γιατί ήθελα να συνεισφέρω ένα κίνητρο για νάρθει 0 οργανοπαίχτης του δρόμου και την άλλη κυριακή. Να μου θυμίσει εκείνα τα μεσημέρια και τα βραδινά που σε μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου, μ’ ένα ακορντεόν και πολλή ευαισθησία γεμίζαμε τις νύχτες μας. Τότε που υπολογιστές δεν υπήρχαν για να στείλουμε την αγάπη και την ζεστασιά μας – αν είναι δυνατόν- μ’ ένα e-mail- αλλά παίζαμε τα κύματα του Δουνάβεως ή τραγουδούσαμε το ” αχ Βενετσιάνα σε όνειρα πλάνα, ο έρωτας στήνει παλάτια” , κι’ ο ήχος απλώνοταν στο Ιόνιο και τον έπαιρναν οι βαρκάρηδες , τον έπαιρνε το τρένο στο δρομολόγιο Κυπαρισσία – Αθήνα, τον έπαιρναν οι λιγοστοί διαβάτες που ανέβαιναν την ανηφόρα τελευταίοι για την πάνω πόλη μέσα από τα καλντερίμια για το κάστρο.
Μια φιλόμουση,απλή οικογένεια ήμασταν. Τίποτα σπουδαίο. Μια οικογένεια με αγάπη στην τέχνη και τη μουσική. Που περνούσε τα βράδια τραγουδώντας. Που είχαμε ο καθείς και το πόστο του. ΄Αλλος το όργανο και προσοχή απαγορεύονταν τα λάθη, άλλος στην πρώτη φωνή, άλλος στο σεκόντο. Ορχήστρα και χορωδία. Κομπανία της γειτονιάς. Που όλοι οι γειτόνοι περίμεναν ν’ ακούσουν πριν κοιμηθούν. Πριν τα παράθυρα κλείσουν για το τέλος της μέρας.
Μέρες, μάλλον νύχτες ανθρωπιάς, γλυκύτητας και ηρεμίας. Αγνής και αυθόρμητης τέχνης. Ποιότητας και ευχαρίστησης. Ευχαρίστησης για μας που παίζαμε και αυτούς που άκουγαν. Μόνο που κάποιες φορές, ο αδερφός μου πούπαιζε το ακορντεόν έκανε κάποια λάθη και τότε ο θειός, μαέστρος της αυτοσχέδιας ορχήστρας, θύμωνε πάρα πολύ. Θύμωνε κι’ έλεγε πως δεν είχαμε το δικαίωμα να κάνουμε λάθη γιατί μας άκουγε ο κόσμος κι όποιος έπαιζε δημόσια έπρεπε νάναι σωστός.Κι΄εκείνα τα κύματα του Δουνάβεως είχαν κάτι δύσκολες συγχορδίες!!! Στο παιδικό μας μυαλό ήμασταν οι μεγάλοι οργανοπαίχτες και τραγουδιστές. Τα κυπαρίσσια γύρω μας μετρούσαν για ενθουσιώδες κοινό, οι σκιές των δέντρων όπως λύγιζαν στο αεράκι του Αυγούστου χειροκροτητές , κι η μυρωδιά από την κουζίνα από την τηγανητή φέτα ψωμιού με λάδι και τυρί η πληρωμή μας για τη μέρα που πέρασε. Ποιος νοιαζόταν για διάβασμα. Ποιος για φροντιστήρια , ποιος για πανελλήν ιες; Χρόνια παιδικά ξέγνοιαστα. Χρόνια γλυκά, πρόσωπα αγαπημένα, λίγα πια στη ζωή σ’ εκείνη τη μακρινή γωνιά της Πελοποννήσου.
Τέλος τα γραπτά για σήμερα.
Διόρθωσα 50 γραπτά για σήμερα.
Το τι Αντιγώνες, να με Ω είδα, το τι αμπελοφιλοσοφίες διάβασα, ερηνείες της ηρωϊκης πράξης της Αντιγόνης να θάψει τον αδερφό της διάβασα δε λέγεται. Τελικά έχω φρικάρει. Δεν ξέρω το σωστό καιτο λάθος. Μήπως όλοι είμαστε ένα λάθος. ΄Εχω κατεβάσει – αφού τελείωσα τη διόρθωση- το τέταρτ0 ποτηράκι ωραίο πελοποννησιακό κρασάκι και σκέπτομαι εκείνο το σταυροδρόμι που πήγα να περάσω απέναντι από την τροχαία που υποτίθεται ότι μας φυλάει από τα αυτοκίνητα και δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή από τα αυτοκίνητα της τροχαίας. Ευτυχώς κατ’ εκείνην την ώραν ουδέν επερνούσε αυτοκίνητο και έτσι δεν επατήθην από ουδέν αυτοκίνητον ηπατήθην όμως από την πολιτείαν που με διεβεβαίωνε περί του αντιθέτου. Τέλος εκείνη τη δεύτερη σκην ή από το θεατρικό που εσχάτως συγγράφω δεν ηδυνήθην να το περατώσω ωστόσο έχω έμπνευση και θα το κάνω. Αύριο έχω δύσκολη μέρα, και τα δόντια μου επισφαλή μου δημιουργούν μιαν αίσθηση ανασφάλειας, και θα ήθελα να έχω μιαν εκπομπήν εις την τηλεόρασην εις την οποίαν να παρουσιάζω τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης μου – χωρίς χρήματα, εννοείται, και να έχω και ένα ραδιοσταθμόν όπου να καταγγέλω όλους αυτούς τους κάφρους που την πατρίδα προστατεύουν και την θρησκείαν προτάσσουν κάθε παγαπο΄ντιάς τους και θρησκόληπτους όλους μας θέλουν, πλην ανθιστάμεθα , δια τούτο και απωλέσαμεν την θέσην της υπευθύνου πολιτιστικών αλλά υπεύθυνη πολιτιστικών με αυτούς τους κάφρους καλύτερον που δεν είμασταν διότι καλύτερον μιας ώρας ελεύθερη ζωή. Αυτά . Καληνύχτα σας. Επεράτωσα και την διόρθωσιν και η Αντιγόνη ας αναμένει δι’ αύριον.
Που πηγαίνουμε πολιτιστικά;
Ποιος τελικά διαχειρίζεται και κατευθύνει τα πολιτιστικά πράγματα;
Ποιο πνεύμα διέπει, ποια στροφή γίνεται στα πολιτιστικά; Παντού βλέπεις να επιπλέουν οι κάθε είδους συντηρητισμοί, οι θρησκόληπτοι, όσοι θεωρούν την καινοτομία αμαρτία, όσοι ρατσιστικά απορρίπτουν κάθε άνθρωπο που βλέπει μέσα από μια περισσότερο προωθημένη ματιά την κοινωνία μας. Αναφέρομαι βέβαια στα θέματα της εκπαίδευσης όπου και έχω προσωπική αντίληψη. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε νέες ιδέες , χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα ξαναδώσουν στους νέους μας την θέληση για δημιουργία, καλλιτεχνική, δημιουργία που θα τους απαλλάξει από το άγχος της καθημερινότητας, που τους θέλει να τρέχουν από το ένα φροντιστήριο στο άλλο για να κερδίσουν την ανεργία. Προσεχώς θα δημοσιεύσω τις πρώτες σκηνές από ένα καινούργιο θεατρικό που είναι η πρότασή μου για το θέατρο στο σχολείο φέτος.
